Μετάβαση στο περιεχόμενο

χοιροτροφία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χοιροτροφία οι χοιροτροφίες
      γενική της χοιροτροφίας των χοιροτροφιών
    αιτιατική τη χοιροτροφία τις χοιροτροφίες
     κλητική χοιροτροφία χοιροτροφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χοιροτροφία (μαρτυρείται από το 1664)[1] < χοιροτρόφος + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χοιροτροφία θηλυκό

  • η εκτροφή γουρουνιών (χοίρων)
      Ὁ τόπος εἶναι βουνώδης, καὶ κατασκεπασμένος μὲ δάση μεγάλα, τὸ ἔδαφος εὔφορον μὲ βοσκᾶς λιπαρᾶς, ὅθεν γίνεται καὶ μεγάλη Κτηνοτροφία, μάλιστα δὲ χοιροτροφία. (Άδαμ, Χριστιανός Γασπάρι (μετάφρ. Κυριακός Καπετανάκης), Σχολαστική Γεωγραφία, διερμηνευτική του νέου μεθοδικού σχολαστικού Άτλαντος, Βιέννη, 1808, σελ. 344 )
      Η ασθένεια αυτή των χοίρων ενδημεί σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου όπου υπάρχει χοιροτροφία (Annual Report of the Department of Agriculture, Department of Agriculture, Ministry of Agriculture and Natural Resources, Cyprus, 1979)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Wolfgang Schoensleder, Onomasticon latino-graecum et graeco-latinum, 1664, σελ. 332