χοιροτρόφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χοιροτρόφος < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή χοιροτρόφος[1] που μαρτυρείται από το 1880 σε νεοελληνικά κείμενα.[2] Μορφολογικά αναλύεται σε χοιρο- + -τρόφος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /çi.ɾoˈtɾo.fos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χοι‐ρο‐τρό‐φος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χοιροτρόφος αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα) που εκτρέφει χοίρους (γουρούνια)
- ※ Η κρίση στην αγορά χοιρινού κρέατος στην Κίνα μπορεί να ώθησε τον πληθωρισμό σε υψηλό πολλών ετών τον περασμένο μήνα, ωστόσο ανέδειξε και ορισμένους μεγάλους νικητές, με κυριότερο τον χοιροτρόφο και επιχειρηματία Τσιν Γιγκλίν.
- ≈ συνώνυμα: χοιροβοσκός, γουρουνάς [3]
Συγγενικά
[επεξεργασία]- χοιροτροφείο
- χοιροτροφία
- χοιροτροφικός
- → και δείτε τις λέξεις χοίρος και τρέφω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χοιροτρόφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ χοιροτρόφος, σελ.1114, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ Θεολόγος Βοσταντζόγλου (²1962), Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση, σελ. 262.
Πηγές
[επεξεργασία]- χοιροτρόφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χοιροτρόφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χοιροτρόφος ή χοῖρος χοιρο- + -τρόφος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χοιροτρόφος αρσενικό
- (επάγγελμα) ο χοιροτρόφος
- άλλες μορφές: και χοιρότροφος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χοιροτρόφος - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | χοιροτρόφος | οἱ | χοιροτρόφοι | ||||
| γενική | τοῦ | χοιροτρόφου | τῶν | χοιροτρόφων | ||||
| δοτική | τῷ | χοιροτρόφῳ | τοῖς | χοιροτρόφοις | ||||
| αιτιατική | τὸν | χοιροτρόφον | τοὺς | χοιροτρόφους | ||||
| κλητική ὦ! | χοιροτρόφε | χοιροτρόφοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χοιροτρόφω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | χοιροτρόφοιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χοιροτρόφος (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική χοῖρος χοιρο- + -τρόφος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χοιροτρόφος αρσενικό
- (σε πάπυρο, επάγγελμα) ο χοιροτρόφος
- ※ 2ος κε, ⌘ BGU 1 92, Chrest. Wilck. 427, στίχ. 5 & 6, (5-8), @papyri.info
- [ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣] ̣εντεθρη χοί-
[ροτρόφ]ο̣ς ?. ἐπιζητοῦν-
τ[ί σοι, πόσου]ς χοίρους ἐπὶ
τοῦ παρό[ντ]ος ἔχω, […]
- [ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣ ̣] ̣εντεθρη χοί-
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Σ
- <Συβώτης>: συοτρόφος, χοιροτρόφος, χοιροβοσκός. καὶ ὄνομα κύριον
- ※ 2ος κε, ⌘ BGU 1 92, Chrest. Wilck. 427, στίχ. 5 & 6, (5-8), @papyri.info
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη συβώτης
Συγγενικά
[επεξεργασία]- χοιροτροφεῖον
- → και δείτε τις λέξεις χοῖρος και τρέφω
Πηγές
[επεξεργασία]- χοιροτρόφος σελ.7871 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα χοιρο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα χοιρο- (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τρόφος (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επαγγέλματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα χοιρο- (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -τρόφος (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις που μαρτυρούνται σε παπύρους (ελληνιστική κοινή)
- Επαγγέλματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από παπύρους (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)