Μετάβαση στο περιεχόμενο

χοιροτρόφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η χοιροτρόφος οι χοιροτρόφοι
      γενική του/της χοιροτρόφου των χοιροτρόφων
    αιτιατική τον/τη χοιροτρόφο τους/τις χοιροτρόφους
     κλητική χοιροτρόφε χοιροτρόφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Άγαλμα χοιροτρόφου με τους χοίρους του στη Γερμανία.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χοιροτρόφος < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή χοιροτρόφος[1] που μαρτυρείται από το 1880 σε νεοελληνικά κείμενα.[2] Μορφολογικά αναλύεται σε χοιρο- + -τρόφος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çi.ɾoˈtɾo.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χοιροτρόφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χοιροτρόφος αρσενικό ή θηλυκό

  • (επάγγελμα) που εκτρέφει χοίρους (γουρούνια)
      Η κρίση στην αγορά χοιρινού κρέατος στην Κίνα μπορεί να ώθησε τον πληθωρισμό σε υψηλό πολλών ετών τον περασμένο μήνα, ωστόσο ανέδειξε και ορισμένους μεγάλους νικητές, με κυριότερο τον χοιροτρόφο και επιχειρηματία Τσιν Γιγκλίν.
    «Ένας χοιροτρόφος από την Κίνα διαθέτει την ταχύτερα αυξανόμενη περιουσία μεταξύ όλων των δισεκατομμυριούχων», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 20/12/2019,
     συνώνυμα: χοιροβοσκός, γουρουνάς [3]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χοιροτρόφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. χοιροτρόφος, σελ.1114, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  3. Θεολόγος Βοσταντζόγλου (²1962), Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση, σελ. 262.
  • χοιροτρόφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χοιροτρόφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χοιροτρόφος ή χοῖρος χοιρο- + -τρόφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χοιροτρόφος αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χοιροτρόφος οἱ χοιροτρόφοι
      γενική τοῦ χοιροτρόφου τῶν χοιροτρόφων
      δοτική τῷ χοιροτρόφ τοῖς χοιροτρόφοις
    αιτιατική τὸν χοιροτρόφον τοὺς χοιροτρόφους
     κλητική ! χοιροτρόφε χοιροτρόφοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χοιροτρόφω
γεν-δοτ τοῖν  χοιροτρόφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χοιροτρόφος (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική χοῖρος χοιρο- + -τρόφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χοιροτρόφος αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]