χολώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χολώδης < χόλος ή χολή και εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χολώδης, ης, ες

  1. όμοιος με χολή, πικρός, πικρόχολος
  2. όμοιος με χολή ως προς το σκούρο πράσινο χρώμα
  3. οργισμένος, οργίλος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]