Μετάβαση στο περιεχόμενο

χονδρεκτομία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χονδρεκτομία οι χονδρεκτομίες
      γενική της χονδρεκτομίας των χονδρεκτομιών
    αιτιατική τη χονδρεκτομία τις χονδρεκτομίες
     κλητική χονδρεκτομία χονδρεκτομίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χονδρεκτομία < χονδρ(ος) + -εκτομία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χονδρεκτομία θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]