χονδρο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χονδρο- < χονδρός, λόγιος τύπος του χοντρός

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

χονδρο- και χονδρό- και χονδρ-

α΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι κάποιος ή κάτι :
  1. έχει μεγάλο βάρο ή όγκο
  2. χαρακτηρίζεται από αδεξιότητα
  3. δε διακρίνεται από εξυπνάδα και ευστροφία
  4. γίνται δύσκολα
  5. σχετίζεται με το χονδρικό εμπόριο

Σύνθετα[επεξεργασία]