χοντροκαμωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χοντροκαμωμένος χοντροκαμωμένη χοντροκαμωμένο
γενική χοντροκαμωμένου χοντροκαμωμένης χοντροκαμωμένου
αιτιατική χοντροκαμωμένο χοντροκαμωμένη χοντροκαμωμένο
κλητική χοντροκαμωμένε χοντροκαμωμένη χοντροκαμωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χοντροκαμωμένοι χοντροκαμωμένες χοντροκαμωμένα
γενική χοντροκαμωμένων χοντροκαμωμένων χοντροκαμωμένων
αιτιατική χοντροκαμωμένους χοντροκαμωμένες χοντροκαμωμένα
κλητική χοντροκαμωμένοι χοντροκαμωμένες χοντροκαμωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοντροκαμωμένος < πρόθημα χοντρο- + μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χοντροκαμωμένος, -η, -ο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]