χοντροκομμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοντροκομμένος < χοντρά + κομμένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χοντροκομμένος, -η, -ο

  1. που έχει κοπεί σε χοντρά κομμάτια
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ψιλοκομμένος
  2. που έχει φτιαχτεί χωρίς πολύ γούστο και χωρίς προσοχή στη λεπτομέρεια
    εμένα πάντως αυτό το γλυπτό μου φαίνεται κάπως χοντροκομμένο
  3. (για χαρακτήρες ή ενέργειες) χωρίς λεπτότητα ή διακριτικότητα, άξεστος
    συνήθιζε να κάνει χοντροκομμένα αστεία, με τα οποία γελούσε μόνο αυτός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]