χοντροπόδαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοντροπόδαρος < χοντρό + ποδάρι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χοντροπόδαρος, -η, -ο

  1. που έχει χοντρά πόδια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]