χοντρόφλουδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοντρόφλουδος < χοντρός + φλούδα

Επίθετο[επεξεργασία]

χοντρόφλουδος, -η, -ο

  1. που έχει χοντρή, παχειά φλούδα
  2. (μεταφορικά) επιφανειακός, επιπόλαιος, εγωιστής

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]