χορδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μαντζουριανός τοξότης που τεντώνει τη χορδή, 18ος αι.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορδή χορδές
γενική χορδής χορδών
αιτιατική χορδή χορδές
κλητική χορδή χορδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορδή < αρχαία ελληνική χορδή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (ποθώ, λαχταρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορδή θηλυκό

  1. σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή τένοντα ζώου ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
  2. η νευρά τόξου, δηλαδή το ελαστικό μέρος ενός όπλου με το οποίο εκτοξεύονται βέλη ή πέτρες (στη σφενδόνη) και που κατασκευαζόταν από έντερο ή νεύρο -τένοντα ζώου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χορδή χορδά χορδαί
Γενική χορδῆς χορδαῖν χορδῶν
Δοτική χορδ χορδαῖν χορδαῖς
Αιτιατική χορδήν χορδά χορδάς
Κλητική χορδή χορδά χορδαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορδή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵʰer- (ποθώ, λαχταρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορδή θηλυκό

  1. το έντερο
  2. η χορδή μουσικού οργάνου (η οποία συχνά ήταν ειδικά επεξεργασμένο τμήμα του εντέρου ενός ζώου)
  3. το λουκάνικο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]