Μετάβαση στο περιεχόμενο

χορδωτά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα χορδωτά
      γενική των χορδωτών
    αιτιατική τα χορδωτά
     κλητική χορδωτά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χορδωτά < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική Chordata < αρχαία ελληνική χορδή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χορδωτά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Υπώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]