Μετάβαση στο περιεχόμενο

χορεία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χωρία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χορεία οι χορείες
      γενική της χορείας των χορειών
    αιτιατική τη χορεία τις χορείες
     κλητική χορεία χορείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χορεία < ελληνιστική κοινή χορεία (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική χορεία < χορός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χορεία θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χορεία οι χορείες
      γενική της χορείας των χορειών
    αιτιατική τη χορεία τις χορείες
     κλητική χορεία χορείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χορεία < αρχαία ελληνική χορεία (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική chorée[1] [2] ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική chorea[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χορεία θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 χορεία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. χορεία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χορεί αἱ χορεῖαι
      γενική τῆς χορείᾱς τῶν χορειῶν
      δοτική τῇ χορεί ταῖς χορείαις
    αιτιατική τὴν χορείᾱν τὰς χορείᾱς
     κλητική ! χορεί χορεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χορεί
γεν-δοτ τοῖν  χορείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

χορεία < χορεῖος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χορεία θηλυκό