χορευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορευτής χορευτές
γενική χορευτή χορευτών
αιτιατική χορευτή χορευτές
κλητική χορευτή χορευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορευτής < αρχαία ελληνική χορευτής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔ.ɾɛf.ˈtis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορευτής αρσενικό (θηλυκό: χορεύτρια)

  1. το άτομο που κινεί το σώμα του στο ρυθμό της μουσικής
  2. το πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το χορό, είτε ατομικά είτε ως μέλος μιας ομάδας
  3. αυτός που συμμετέχει στο Χορό αρχαίου δράματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]