χορηγία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χορηγία | οι | χορηγίες |
| γενική | της | χορηγίας | των | χορηγιών |
| αιτιατική | τη | χορηγία | τις | χορηγίες |
| κλητική | χορηγία | χορηγίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χορηγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χορηγία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xo.ɾiˈʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χο‐ρη‐γί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χορηγία θηλυκό
- (ιστορία, θέατρο) τα χρήματα που ξόδευε στην αρχαιότητα κάποιος χορηγός, προκειμένου να παρασταθεί στο θέατρο ένα δραματικό έργο
- (οικονομία) η καταβολή των χρημάτων που απαιτούνται για την εκτέλεση κάποιου έργου (κοινής ωφελείας) καθώς και (κατ’ επέκταση) το σχετικό ποσό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χορηγία
Αναφορές
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | χορηγίᾱ | αἱ | χορηγίαι |
| γενική | τῆς | χορηγίᾱς | τῶν | χορηγιῶν |
| δοτική | τῇ | χορηγίᾳ | ταῖς | χορηγίαις |
| αιτιατική | τὴν | χορηγίᾱν | τὰς | χορηγίᾱς |
| κλητική ὦ! | χορηγίᾱ | χορηγίαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χορηγίᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χορηγίαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χορηγία θηλυκό
- (θέατρο, στην αρχαία Αθήνα) μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες της αθηναϊκής δημοκρατίας, κατά την οποία ένας εύπορος πολίτης κατέβαλλε τα χρήματα της προετοιμασίας του χορού για την συμμετοχή του σε διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις, καθώς και για παραστάσεις στους δραματικούς αγώνες
- (ειδικότερα) δαπάνη για την κατασκευή τών αναγκαίων μέσων και αντικειμένων της σκηνής θεάτρου
- (γενικά) η διάθεση μεγάλης περιουσίας για κάποιο σκοπό
- (ελληνιστική σημασία)
- 1. η κάλυψη στρατιωτικών αναγκών, ο ανεφοδιασμός του στρατού
- 2. τροφοδοσία, πηγή για καλό ή κακό, εκείνος που θρέφει κάτι
Πηγές
[επεξεργασία]- χορηγία - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χορηγία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Θέατρο (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Θέατρο (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)