χορηγία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορηγία χορηγίες
γενική χορηγίας χορηγιών
αιτιατική χορηγία χορηγίες
κλητική χορηγία χορηγίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορηγία < αρχαία ελληνική χορηγία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορηγία θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορηγία < χορηγός < χορός + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορηγία θηλυκό

  1. η παροχή άφθονων χρημάτων για την κάλυψη των αναγκών του χορού σε τραγωδίες ή σε γιορτές
  2. γενικά η διάθεση μεγάλης περιουσίας για κάποιο σκοπό
  3. η κάλυψη στρατιωτικών αναγκών, ο ανεφοδιασμός του στρατού (ελληνιστική έννοια)
  4. τροφοδοσία, πηγή για καλό ή κακό, εκείνος που θρέφει κάτι (ελληνιστική έννοια)
    χορηγός τῶν εὐτυχημάτων, χορηγός ὕδατος
    πᾶσα χορηγός τῆς νόσου (ό,τι επιδεινώνει την κατάσταση, ό,τι ενισχύει την ασθένεια)