χορηγηθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορηγηθείς < μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος χορηγώ (καθαρεύουσα)

Μετοχή[επεξεργασία]

χορηγηθείς, χορηγηθείσα, χορηγηθέν

  1. που έχει χορηγηθεί/δοθεί/παρασχεθεί -χρησιμοποιείται σε καθιερωμένες, τυποποιημένες ή σχετικά επίσημες και επιστημονικές ή γραφειοκρατικές εκφράσεις
    η χορηγηθείσα άδεια παραμονής/κυκλοφορίας, το χορηγηθέν σκεύασμα, το χορηγηθέν εμβόλιο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]