χορηγώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορηγώ < αρχαία ελληνική χορηγέω-χορηγῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χορηγώ (μεσοπαθητικό: χορηγούμαι)

  1. παρέχω κάτι χρήσιμο, ένα δικαίωμα, εκδίδω και παραδίδω στον άμεσα ενδιαφερόμενο ένα επίσημο έγγραφο (συχνά για κάτι που δίνεται υπό αίρεση ή με μια πινελιά χαριστικής κίνησης, κίνησης καλής προαίρεσης, όχι για κάτι απολύτως κεκτημένο, π.χ. ο μισθός πληρώνεται, δεν χορηγείται, ενώ το εφάπαξ του συνταξιούχου χορηγείται', η ταυτότητα Ελληνα πολίτη εκδίδεται, δεν χορηγείται, αλλά η βίζα χορηγείται καθώς χορηγείται και το laissez-passer σε περίπτωση απώλειας του διαβατηρίου, τα δανεικά πληρώνονται ή εξωφλούνται, ενώ το δάνειο χορηγείται)
    Του χορηγήθηκε άδεια παραμονής, διαβατήριο, άδεια εργασίας, πιστοποιητικό, άδεια άνευ αποδοχών, άδεια μετ' αποδοχών κ.λπ.
  2. Αυτό το επίδομα δεν χορηγείται πλέον
    Αυτό το πιστοποιητικό μπορεί να σας το χορηγήσει μόνο το υπουργείο Παιδείας
  3. δίνω χρήματα επισήμως (ως κράτος,οργανισμός, επιχείρηση, φορέας) για συγκεκριμένο σκοπό, συχνά με την έννοια ότι δεν οφείλω να τα παράσχω, αλλά το κάνω οικειοθελώς για τους δικούς μου λόγους, για κάτι από το οποίο φαινομενικά δεν έχω οικονομικό όφελος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]