χορτάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορτάρι χορτάρια
γενική χορταριού χορταριών
αιτιατική χορτάρι χορτάρια
κλητική χορτάρι χορτάρια
Wuppertal Eulenkopfweg 030.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορτάρι < μεσαιωνική ελληνική χορτάριν < ελληνιστική κοινή χορτάριον < αρχαία ελληνική χόρτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορτάρι ουδέτερο

  • το χόρτο, η μονοετής πόα που τρέφει τα ζώα και αναπτύσσεται κάθε άνοιξη
Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη, τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά που βγάν΄ η γη χορτάρι (φράση που αποδίδεται στον ετοιμοθάνατο Αθανάσιο Διάκο)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]