χορταίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χορταίνω < μεσαιωνική ελληνική χορταίνω < αρχαία ελληνική χορτάζω (τρέφω), με μεταπλασμό σε -αίνω < χόρτος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xoɾˈte.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χορ‐ταί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]χορταίνω, πρτ.: χόρταινα, στ.μέλλ.: θα χορτάσω, αόρ.: χόρτασα, μτχ.π.π.: χορτασμένος
- (μεταβατικό) προσφέρω σε κάποιον αρκετή τροφή ώστε να μη νιώθει πια το αίσθημα της πείνας
- (αμετάβατο) καταναλώνω αρκετή τροφή ώστε να μη νιώθω πια το αίσθημα της πείνας
Δεν θέλω άλλο φαγητό, χόρτασα.
- (με αιτιατική, για να δηλωθεί αυτό που προσφέρει το αίσθημα της ικανοποίησης)
Χόρτασα καλό ψωμί και καλό κρασί αυτές τις δυο μέρες στο χωριό.
- (μεταφορικά) για να δηλωθεί γενικότερα το αίσθημα της ικανοποίησης, του κορεσμού
Χορτάσαμε γκολ στο χτεσινό αγώνα. Το τελικό σκορ ήταν 6-6!
Χόρτασε το μάτι μου θάλασσα φέτος το καλοκαίρι.
- (με άρνηση) για να δηλωθεί με επίταση η συνεχής χαρά που φέρνει κάτι
Δεν χορταίνεις να τον ακούς όταν παίζει μουσική.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φά' το: λέγεται συνήθως ειρωνικά σε κάποιον που μας στενοχώρησε
- αν δεν πεινάσουν οι φτωχοί, οι πλούσιοι δε χορταίνουν
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χορταίνω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- χορταίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χορταίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -αίνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)