χορταποθήκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χορταποθήκη θηλυκό
- χώρος αποθήκευσης χόρτων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χορταποθήκη
|
|
χορταποθήκη θηλυκό
|
|