χουβαρντάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χουβαρντάς χουβαρντάδες
γενική χουβαρντά χουβαρντάδων
αιτιατική χουβαρντά χουβαρντάδες
κλητική χουβαρντά χουβαρντάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χουβαρντάς < τουρκική hovarda ("σπάταλος") < περσική خورده (khwārdā, "φαγωμένος")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χουβαρντάς αρσενικό

  • που δεν τσιγκουνεύεται όταν πρόκειται να κάνει δώρα, να κεράσει κλπ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]