χουρμάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | χουρμάς | οι | χουρμάδες |
| γενική | του | χουρμά | των | χουρμάδων |
| αιτιατική | τον | χουρμά | τους | χουρμάδες |
| κλητική | χουρμά | χουρμάδες | ||
| Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χουρμάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική hurma < περσική خرما (xurmā)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χουρμάς αρσενικό
- (φρούτο) ο γλυκός καρπός της χουρμαδιάς, η οποία φέρει το επιστημονικό όνομα «φοίνικας ο δακτυλοφόρος» (Phoenix dactylifera) λόγω του σχήματος των καρπών της
- ※ Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύματα, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 122)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- (λόγιο) φοινικοβάλανος
- δάκτυλος, απ' όπου προέρχονται οι δυτικοευρωπαϊκές λέξεις για το χουρμά (date, dátil, datte κ.λπ.)
- (επτανησιακό ιδίωμα) τάταλο
- (κυπριακά) φοινίκι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
χουρμάς στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φρούτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)