Μετάβαση στο περιεχόμενο

χούμους

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
χούμους και πίττα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χούμους < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حمص (humus)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χούμους ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

χούμους αρσενικό