χούμους
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χούμους < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حمص (humus)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χούμους ουδέτερο άκλιτο
- (γαστρονομία) σαλάτα με μορφή πολτού, από ρεβίθια και ταχίνι, πιάτο προέλευσης από την Μέση Ανατολή
- ※ Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
- Κοσμάς Βίδος, Βάλε κι άλλο χούμους στο τραπέζι, Το Βήμα, 9 Φεβρουαρίου 2014
- ※ παραμερίζει πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του καναπέ τα μπολ με τα τσιπς, τα κριτσίνια, το χούμους και το γκουακαμόλε και ακουμπά την πιατέλα με τα ζεστά κομμάτια πίτσας (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
- ※ Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χούμους αρσενικό
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)