χούφταλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χούφταλο | τα | χούφταλα |
| γενική | του | χούφταλου | των | χούφταλων |
| αιτιατική | το | χούφταλο | τα | χούφταλα |
| κλητική | χούφταλο | χούφταλα | ||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χούφταλο ουδέτερο
- ο άνθρωπος πολύ μεγάλης ηλικίας και σωματικά καταβεβλημένος
- Αυτός ο κάποτε ρωμαλέος άντρας δεν ήταν πια παρά ένα χούφταλο.