Μετάβαση στο περιεχόμενο

χοῖρος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χοῖρος οἱ χοῖροι
      γενική τοῦ χοίρου τῶν χοίρων
      δοτική τῷ χοίρ τοῖς χοίροις
    αιτιατική τὸν χοῖρον τοὺς χοίρους
     κλητική ! χοῖρε χοῖροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χοίρω
γεν-δοτ τοῖν  χοίροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χοῖρος < λείπει η ετυμολογία Ομόρριζα: χήρ (ακανθόχοιρος) και του χέρσος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χοῖρος αρσενικό

  1. (θηλαστικό ζώο) ο χοίρος, το γουρούνι, συνήθως ο νεαρός, το γουρουνόπουλο, το γουρουνάκι
  2. τα γυναικεία γεννητικά όργανα, το αιδοίο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

(Χρειάζεται έλεγχο, επέκταση)

Σύνθετα

[επεξεργασία]