χράω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kʰɾá.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χρά‐ω
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]χράω
- χρησμοδοτώ, δίνω χρησμό, διακηρύττω (εγώ, ο θεός)
- χρείων μυθήσατο Φοῖβος
- ρωτώ το θεό, συμβουλεύομαι, παίρνω χρησμό
- τὰ ἐκ Δελφῶν οὕτω τῷ Κροίσῳ ἐχρήσθη
- ὅσοι μαντικὴν νομίζοντες οἰωνοῖς χρῶνται
- ἰητρῷ μὴ χρωμένους : που δεν συμβουλεύονται γιατρό
- παρέχω, εφοδιάζω, δανείζω
- οὐ δεδωκώς, ἀλλὰ χρήσας
- κάνω χρήση, χρησιμοποιώ
- ἀκμαζούσῃ τῇ ῥώμῃ τῶν χειρῶν χρώμενος, ἐσθῆτι τοιῇδε χρέωνται, ὅστις ἐμπύρῳ τέχνῃ χρῆται (μαντεύει από θυσίες στην πυρά), χρῆται ἀργυρίῳ (κάνει χρήση του χρήματος), ἰχθύσι (για τροφή), οἴνῳ (πίνει), χρώμενοι τῇ πόλει (μετέχω στα πολιτικά πράγματα) ἐκκλησίαισιν ἦν ὅτ᾽ οὐκ ἐχρώμεθα
- παθαίνω, υφίσταμαι, υπόκειμαι
- διαθέτω, έχω
- κέχρηται μικραῖς διαφοραῖς, κέχρηται θριξὶ ξανθαῖς
- αὕτη ἡ χώρη ὕδασι κάλλιστα κέχρηται
- «κεχρησμένος» προφητεμένος, αυτός που τον είχαν προφητέψει
- τὸν κεχρησμένον θάνατον
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]χράω
- αγγίζω ελαφρά
- τσουγκρανίζω, πληγώνω ελαφρά, προκαλώ αμυχή
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- χράω < αβέβαιης ετυμολογίας.
Ρήμα
[επεξεργασία]χράω
- επιτίθεμαι, συγκρούομαι, ενσκήπτω
- τίς τοι κακὸς ἔχραε δαίμων;
- είμαι πρόθυμος να..., θέλω να...
- μνηστῆρες . . , οἳ τόδε δῶμα ἐχράετ᾽ ἐσθιέμεν καί πινέμεν
Πηγές
[επεξεργασία]- χράω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χράω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.