Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρένο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χρένο τα χρένα
      γενική του χρένου των χρένων
    αιτιατική το χρένο τα χρένα
     κλητική χρένο χρένα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρένο < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χρένο ουδέτερο

  • καρύκευμα που παράγεται από το φυτό κοχλιαρίς (Armoracia rusticana, συνώνυμο: Cochlearia armoracia, Κοχλιαρίς η αρμορακία)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]