χρήματα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρήματα < χρήμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρήματα ουδέτερο, πληθυντικός

  1. ένα χρηματικό ποσό
    τα χρήματα έχουν κατατεθεί στην τράπεζα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]