χρήσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χρήσιμος χρήσιμη χρήσιμο
γενική χρήσιμου χρήσιμης χρήσιμου
αιτιατική χρήσιμο χρήσιμη χρήσιμο
κλητική χρήσιμε χρήσιμη χρήσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρήσιμοι χρήσιμες χρήσιμα
γενική χρήσιμων χρήσιμων χρήσιμων
αιτιατική χρήσιμους χρήσιμες χρήσιμα
κλητική χρήσιμοι χρήσιμες χρήσιμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρήσιμος < αρχαία ελληνική χρήσιμος[1] < χρή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈxɾi.si.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χρή‐σι‐μος

Επίθετο[επεξεργασία]

χρήσιμος, -η, -ο, συγκριτικός: χρησιμότερος, υπερθετικός: χρησιμότατος

  1. που έχει κάποια πρακτική χρήση, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς για κάποιο σκοπό
  2. που αναμένεται να φέρει κάποια ωφέλεια, ωφέλιμος
  3. που βοηθά, βοηθητικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
χρησιμ- 

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική χρήσιμος χρησίμη χρήσιμον χρήσιμοι χρήσιμαι χρήσιμα
Γενική χρησίμου χρησίμης χρησίμου χρησίμων χρησίμων χρησίμων
Δοτική χρησίμῳ χρησίμῃ χρησίμῳ χρησίμοις χρησίμαις χρησίμοις
Αιτιατική χρήσιμον χρησίμην χρήσιμον χρησίμους χρησίμας χρήσιμα
Κλητική χρήσιμε χρησίμη χρήσιμον χρήσιμοι χρήσιμαι χρήσιμα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική χρησίμω χρησίμα
Γενική-Δοτική χρησίμοιν χρησίμαιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρήσιμος < χρή + -σιμος

Επίθετο[επεξεργασία]

χρήσῐμος, -η, -ον, συγκριτικός: χρησιμώτερος, υπερθετικός: χρησιμώτατος

  1. ωφέλιμος, που κάποιος τον χρησιμοποιεί συχνά
    χρήσιμόν ἐστι
  2. (για πολίτη) συνώνυμο του χρηστός
  3. (για νόμισμα) που είναι σε χρήση, που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές
  4. (για διαθήκη) έγκυρος

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]