Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρίω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρίω < αρχαία ελληνική χείω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrēy- (χρίω, επαλείφω) < *gʰer- (τρίβω)

χρίω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrēy- (χρίω, επαλείφω) < *gʰer- (τρίβω)

χρίω

  1. μυρώνω, αλείφω, επαλείφω
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, 7, 5.22
    ἀσφάλτῳ δὲ ὑπεκκαύματι κεχριμέναι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 186
    χρῖεν ἐλαίῳ
  2. (κυρίως σχετικά με το ανθρώπινο σώμα) αγγίζω ελαφρά
  3. (για έντομο) τσιμπώ, κεντώ, τρυπώ ελαφρά την επιδερμίδα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Προμηθεὺς δεσμώτης, στίχ. 105 (103-105)
    θεόσυτόν τε νόσον ὠνόμασας, Ἃ μαραίνει με χρίουσα κέντροισι φοιταλέοισιν
  4. (μέση φωνή) αλείφομαι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 6 (ζ. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαίακας.), στίχ. 96
    αἱ δὲ λοεσσάμεναι καὶ χρισάμεναι λίπ' ἐλαίῳ δεῖπνον ἔπειθ' εἵλοντο παρ' ὄχθῃσιν ποταμοῖο, εἵματα δ' ἠελίοιο μένον τερσήμεναι αὐγῇ.
  5. (+ αιτιατική) αλείφω κάτι προτού το χρησιμοποιήσω

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]