χρεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρεία οι χρείες
      γενική της χρείας των χρειών
    αιτιατική τη χρεία τις χρείες
     κλητική χρεία χρείες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρεία < αρχαία ελληνική χρεία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρεία θηλυκό

  1. η ανάγκη,
  2. η χρησιμότητα, η χρήση
  3. το αποχωρητήριο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρεία < χράομαι < χράω (το χρησμοδοτώ, χρειάζομαι, χρησιμοποιώ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρεία θηλυκό (ιωνικός τύπος χρείη)

  1. η χρησιμότητα, η χρήση, η μεταχείριση
  2. οικειότητα, σχέση, φιλία
  3. η ανάγκη, η έλλειψη
  4. αναγκαστική ασχολία (π.χ. στρατιωτική υπηρεσία)
  5. υπόθεση
  6. φυσική ανάγκη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: χρή, χράω