Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρεμετίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρεμετίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρεμετίζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xɾe.meˈti.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χρεμετίζω

χρεμετίζω, αόρ.: χλιμίντρισα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (κυριολεκτικά, για άλογο) χλιμιντρίζω
      [] ολόκληρη η φάρμα ξέσπασε τραγουδώντας το «Ζώα της Αγγλίας», σε καταπληκτική ομοφωνία. Οι αγελάδες το μουγκάνιζαν, οι σκύλοι το αλυχτούσαν, τα πρόβατα το βέλαζαν, τα άλογα το χρεμέτιζαν, οι πάπιες το έκρωζαν. Κι όλοι απολάμβαναν το τραγούδι τόσο πολύ, ώστε το τραγούδησαν πέντε φορές στη σειρά, και θα συνέχιζαν να το τραγουδούν όλη τη νύχτα αν δεν τους διέκοπταν.
    George Orwell, Η φάρμα των ζώων, αρχική δημοσίευση: (1945), Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Αθήνα (2021), εκδόσεις: Μεταίχμιο, ISBN 9786180326383, @google.gr/books
  2. (μεταφορικά, για ανθρώπινη ομιλία) μιλάω σα να χλιμιντρίζω με αυξομειώσεις έντασης της φωνής
      Η κυρία Μαρουλία σκούπιζε τα σάλια της, χρεμέτιζε μια τελευταία φορά και ξανάμπαινε στην ντουλάπα του χολ. Από την ίδια πόρτα έβγαινε η μαμά φορώντας τα κανονικά της ρούχα.
    Μιχαλοπούλου Αμάντα, Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη, αρχική δημοσίευση: (2025), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9786180712391, @google.gr/books

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρεμετίζω, ήδη ομηρικό (εκφραστικό ρήμα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʰrem (βρονάτω, μουγκρίζω)[1] μέσω τύπων με χρεμ- όπως χρεμίζω ( δείτε και τη λέξη χρόμος), + -ετ- + -ίζω. Συγγενή: πρωτογερμανική *grimmaz (θυμωμένος) > γερμανική grimm, αγγλική grim.[2]

χρεμετίζω, επικός παρατατικός: χρεμέτιζον, αόριστος: ἐχρεμέτισα (ελλειπτικό ρήμα) χωρίς παθητική φωνή

  1. (για άλογο) χρεμετίζω, χλιμιντρίζω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 12 (Μ. Τειχομαχία.), στίχ. 51 (50-52)
    οὐδέ οἱ ἵπποι | τόλμων ὠκύποδες, μάλα δὲ χρεμέτιζον ἐπ᾽ ἄκρῳ | χείλει ἐφεσταότες·
    κι οι ίπποι του | οι γενναίοι δεν ετολμούσαν και σφοδρά χλιμίντριζαν στην άκρην | ορθοί·
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 86.1
    ἐνθαῦτα ὁ Δαρείου ἵππος προσδραμὼν ἐχρεμέτισε.
    και τότε το άλογο του Δαρείου έτρεξε κατά κει χρεμετίζοντας.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  2. (ελληνιστική σημασία, μεταφορικά) ικανοποιούμαι σε ζωώδες επίπεδο
      3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα Ἱερεμίας, 5.8
    ἵπποι θηλυμανεῖς ἐγενήθησαν, ἕκαστος ἐπὶ τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον αὐτοῦ ἐχρεμέτιζον.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.