χρεοκοπώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρεοκοπώ < ελληνιστική κοινή χρεοκοπέω / χρεωκοπέω < αρχαία ελληνική χρέος / χρέως + κόπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρεοκοπώ

  1. (αμετάβατο) φτάνω στην χρεοκοπία, κηρύσσω πτώχευση
  2. (μεταβατικό) οδηγώ κάποιον στην χρεοκοπία
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) αποτυγχάνω κατά τρόπο ολοκληρωτικό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]