Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρεώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρεώνω < χρέ(ος) + -ώνω < αρχαία ελληνική χρέος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xɾeˈo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χρεώνω

χρεώνω, αόρ.: χρέωσα, παθ.φωνή: χρεώνομαι, π.αόρ.: χρεώθηκα, μτχ.π.π.: χρεωμένος

  1. (οικονομία) επιβαρύνω κάποιον με χρέος για ποσά που μου οφείλει για την αγορά προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών
    παράδειγμα  Χρεώθηκε ο άνθρωπος για το σπίτι και τώρα δίνει και χαράτσι και δόση δανείου και έμεινε και άνεργος στα 55 του!
      Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  2. δεν πληρώνω αμέσως, αλλά αγοράζω με πίστωση
  3. κοστολογώ, βάζω τιμή σε κάποιο προϊόν ή υπηρεσία
  4. βάζω υποθήκη
  5. (μεταφορικά)
    1. καταλογίζω ευθύνη σε κάποιον για κάτι
      παράδειγμα  Αυτή τη δουλειά τη χρεώθηκε ο υπάλληλος, γιατί βάζετε σε εμένα τις φωνές;
    2. αναλαμβάνω ευθύνη
    παράδειγμα  Φίλε μου, αφού την παντρεύτηκα, τη χρεώθηκα, έτσι πάει η δουλειά
  6. (λογιστική) καταχωρίζω ένα ποσό που αφορά χρέος σε ειδικό λογιστικό βιβλίο
     αντώνυμα: πιστώνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Θέμα χρεω-

Θέμα χρεο-

Θέμα χρεο- ή χρεω-

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια