χρεῖος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρεῖος < χρή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χρεῖος, α, ον

  1. που έχει χρεία, που χρειάζεται κάτι
  2. που χρειάζεται πάρα πολλά, ο πάμφτωχος
  3. ο χρήσιμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρεῖος

  1. η οφειλή, το καθήκον, ο σκοπός


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]