χρηματισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χρηματισμένος χρηματισμένη χρηματισμένο
γενική χρηματισμένου χρηματισμένης χρηματισμένου
αιτιατική χρηματισμένο χρηματισμένη χρηματισμένο
κλητική χρηματισμένε χρηματισμένη χρηματισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρηματισμένοι χρηματισμένες χρηματισμένα
γενική χρηματισμένων χρηματισμένων χρηματισμένων
αιτιατική χρηματισμένους χρηματισμένες χρηματισμένα
κλητική χρηματισμένοι χρηματισμένες χρηματισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρηματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χρηματίζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xri.ma.ti.'smε.nos/

Μετοχή[επεξεργασία]

χρηματισμένος -η -ο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]