χρηματισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο χρηματισμός οι χρηματισμοί
γενική του χρηματισμού των χρηματισμών
αιτιατική τον χρηματισμό τους χρηματισμούς
κλητική χρηματισμέ χρηματισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρηματισμός < αρχαία ελληνική χρηματισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρηματισμός αρσενικό

  1. η δωροδοκία, η εξαγορά


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρηματισμός < χρηματίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρηματισμός αρσενικό

  1. το να κάνεις κάτι για να κερδίσεις, η απόκτηση χρημάτων, η εργασία, το επάγγελμα,
    • τοὺς χρηματισμοὺς τοὺς παρὰ τὸ δίκαιον γιγνομένους ἡγεῖσθε μὴ πλοῦτον ἀλλὰ... (Ισοκράτης)
    • ἐν δὲ τῇ Σπάρτῃ ὁ Λυκοῦργος τοῖς μὲν ἐλευθέροις τῶν μὲν ἀμφὶ χρηματισμὸν ἀπεῖπε μηδενὸς ἅπτεσθαι, ὅσα δὲ ἐλευθερίαν ταῖς πόλεσι παρασκευάζει, ταῦτα ἔταξε μόνα ἔργα αὑτῶν νομίζειν (Ξενοφ.)
  2. η υποδοχή πρεσβείας (μεταγενέστερη έννοια)