χρηματοδοτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χρηματοδοτώ < μεσαιωνική ελληνική χρηματοδοτῶ < χρήματα + -δοτῶ < πιθανόν από την ελληνιστική κοινή δοτός ή πάντως από μορφές του δίδω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χρηματοδοτώ

  1. παρέχω σε οργάνωση ή άτομο χρήματα για ορισμένο έργο ή σκοπό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]