χρηματοδότηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χρηματοδότηση | οι | χρηματοδοτήσεις |
| γενική | της | χρηματοδότησης* | των | χρηματοδοτήσεων |
| αιτιατική | τη | χρηματοδότηση | τις | χρηματοδοτήσεις |
| κλητική | χρηματοδότηση | χρηματοδοτήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, χρηματοδοτήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρηματοδότηση < χρηματοδοτώ + -ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χρηματοδότηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρηματοδοτώ
- ※ Οξύτατη αντιπαράθεση στη Βουλή, αλλά και σοβαρές καταγγελίες, σχετικά με τη διάθεση των κονδυλίων του ΟΠΑΠ για τη χρηματοδότηση σωματείων (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τόμ. 2378-2380, 1999, σελ. 33)