Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρηματοκιβώτιον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρηματοκιβώτιον <  δείτε τη λέξη χρηματοκιβώτιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χρηματοκιβώτιον ουδέτερο