χρησικτησία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρησικτησία χρησικτησίες
γενική χρησικτησίας χρησικτησιών
αιτιατική χρησικτησία χρησικτησίες
κλητική χρησικτησία χρησικτησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρησικτησία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρησικτησία θηλυκό

  • (νομικός όρος) τρόπος με τον οποίο αποκτά κάποιος αποκλειστικά δικαιώματα ελέγχου (κυριότητα) ενός πράγματος, με το να το χρησιμοποιεί για μακρό χρονικό διάστημα σαν να ήταν δικό του, χωρίς την ρητή άδεια ούτε την επέμβαση του νόμιμου ιδιοκτήτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]