χρησιμοθηρία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρησιμοθηρία < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική utilitarisme[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε χρήσιμος + -ο- + -θηρία → δείτε τη λέξη θήρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χρησιμοθηρία θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις χρησιμοθήρας, χρήσιμος και θήρα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρησιμοθηρία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χρησιμοθηρία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -θηρία (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)