χρησιμοποιώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρησιμοποιώ < χρήσιμ(ος) + -ο- + -ποιώ, απόδοση για τη γαλλική utiliser[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xɾi.si.mo.piˈo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χρη‐σι‐μο‐ποι‐ώ
Ρήμα
[επεξεργασία]χρησιμοποιώ, αόρ.: χρησιμοποίησα, παθ.φωνή: χρησιμοποιούμαι, μτχ.π.π.: χρησιμοποιημένος
- μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι
Χρησιμοποίησε το κατσαβίδι.
Χρησιμοποίησε την φαντασία σου.
Χρησιμοποιώ το ποδήλατο για να μετακινούμαι στην πόλη.
Χρησιμοποιεί ωραίες λέξεις για να εκφραστεί.
- (για πρόσωπα) απασχολώ, κάνω κάποιον να δουλέψει για λογαριασμό μου
Είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιείς ανειδίκευτους εργάτες.
- (κατ’ επέκταση) εκμεταλλεύομαι
Δεν βλέπεις ότι σε χρησιμοποιεί;
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χρησιμοποιώ | χρησιμοποιούσα | θα χρησιμοποιώ | να χρησιμοποιώ | χρησιμοποιώντας | |
| β' ενικ. | χρησιμοποιείς | χρησιμοποιούσες | θα χρησιμοποιείς | να χρησιμοποιείς | ||
| γ' ενικ. | χρησιμοποιεί | χρησιμοποιούσε | θα χρησιμοποιεί | να χρησιμοποιεί | ||
| α' πληθ. | χρησιμοποιούμε | χρησιμοποιούσαμε | θα χρησιμοποιούμε | να χρησιμοποιούμε | ||
| β' πληθ. | χρησιμοποιείτε | χρησιμοποιούσατε | θα χρησιμοποιείτε | να χρησιμοποιείτε | χρησιμοποιείτε | |
| γ' πληθ. | χρησιμοποιούν(ε) | χρησιμοποιούσαν(ε) | θα χρησιμοποιούν(ε) | να χρησιμοποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χρησιμοποίησα | θα χρησιμοποιήσω | να χρησιμοποιήσω | χρησιμοποιήσει | ||
| β' ενικ. | χρησιμοποίησες | θα χρησιμοποιήσεις | να χρησιμοποιήσεις | χρησιμοποίησε | ||
| γ' ενικ. | χρησιμοποίησε | θα χρησιμοποιήσει | να χρησιμοποιήσει | |||
| α' πληθ. | χρησιμοποιήσαμε | θα χρησιμοποιήσουμε | να χρησιμοποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | χρησιμοποιήσατε | θα χρησιμοποιήσετε | να χρησιμοποιήσετε | χρησιμοποιήστε | ||
| γ' πληθ. | χρησιμοποίησαν χρησιμοποιήσαν(ε) |
θα χρησιμοποιήσουν(ε) | να χρησιμοποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω χρησιμοποιήσει | είχα χρησιμοποιήσει | θα έχω χρησιμοποιήσει | να έχω χρησιμοποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις χρησιμοποιήσει | είχες χρησιμοποιήσει | θα έχεις χρησιμοποιήσει | να έχεις χρησιμοποιήσει | έχε χρησιμοποιημένο | |
| γ' ενικ. | έχει χρησιμοποιήσει | είχε χρησιμοποιήσει | θα έχει χρησιμοποιήσει | να έχει χρησιμοποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε χρησιμοποιήσει | είχαμε χρησιμοποιήσει | θα έχουμε χρησιμοποιήσει | να έχουμε χρησιμοποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε χρησιμοποιήσει | είχατε χρησιμοποιήσει | θα έχετε χρησιμοποιήσει | να έχετε χρησιμοποιήσει | έχετε χρησιμοποιημένο | |
| γ' πληθ. | έχουν χρησιμοποιήσει | είχαν χρησιμοποιήσει | θα έχουν χρησιμοποιήσει | να έχουν χρησιμοποιήσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) χρησιμοποιημένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) χρησιμοποιημένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) χρησιμοποιημένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) χρησιμοποιημένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | χρησιμοποιούμαι | χρησιμοποιούμουν | θα χρησιμοποιούμαι | να χρησιμοποιούμαι | ||
| β' ενικ. | χρησιμοποιείσαι | χρησιμοποιούσουν | θα χρησιμοποιείσαι | να χρησιμοποιείσαι | ||
| γ' ενικ. | χρησιμοποιείται | χρησιμοποιούνταν | θα χρησιμοποιείται | να χρησιμοποιείται | ||
| α' πληθ. | χρησιμοποιούμαστε | χρησιμοποιούμασταν χρησιμοποιούμαστε |
θα χρησιμοποιούμαστε | να χρησιμοποιούμαστε | ||
| β' πληθ. | χρησιμοποιείστε | χρησιμοποιούσασταν χρησιμοποιούσαστε |
θα χρησιμοποιείστε | να χρησιμοποιείστε | χρησιμοποιείστε | |
| γ' πληθ. | χρησιμοποιούνται | χρησιμοποιούνταν | θα χρησιμοποιούνται | να χρησιμοποιούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | χρησιμοποιήθηκα | θα χρησιμοποιηθώ | να χρησιμοποιηθώ | χρησιμοποιηθεί | ||
| β' ενικ. | χρησιμοποιήθηκες | θα χρησιμοποιηθείς | να χρησιμοποιηθείς | χρησιμοποιήσου | ||
| γ' ενικ. | χρησιμοποιήθηκε | θα χρησιμοποιηθεί | να χρησιμοποιηθεί | |||
| α' πληθ. | χρησιμοποιηθήκαμε | θα χρησιμοποιηθούμε | να χρησιμοποιηθούμε | |||
| β' πληθ. | χρησιμοποιηθήκατε | θα χρησιμοποιηθείτε | να χρησιμοποιηθείτε | χρησιμοποιηθείτε | ||
| γ' πληθ. | χρησιμοποιήθηκαν χρησιμοποιηθήκαν(ε) |
θα χρησιμοποιηθούν(ε) | να χρησιμοποιηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω χρησιμοποιηθεί | είχα χρησιμοποιηθεί | θα έχω χρησιμοποιηθεί | να έχω χρησιμοποιηθεί | χρησιμοποιημένος | |
| β' ενικ. | έχεις χρησιμοποιηθεί | είχες χρησιμοποιηθεί | θα έχεις χρησιμοποιηθεί | να έχεις χρησιμοποιηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει χρησιμοποιηθεί | είχε χρησιμοποιηθεί | θα έχει χρησιμοποιηθεί | να έχει χρησιμοποιηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε χρησιμοποιηθεί | είχαμε χρησιμοποιηθεί | θα έχουμε χρησιμοποιηθεί | να έχουμε χρησιμοποιηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε χρησιμοποιηθεί | είχατε χρησιμοποιηθεί | θα έχετε χρησιμοποιηθεί | να έχετε χρησιμοποιηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν χρησιμοποιηθεί | είχαν χρησιμοποιηθεί | θα έχουν χρησιμοποιηθεί | να έχουν χρησιμοποιηθεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι χρησιμοποιημένος - είμαστε, είστε, είναι χρησιμοποιημένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν χρησιμοποιημένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν χρησιμοποιημένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι χρησιμοποιημένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι χρησιμοποιημένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι χρησιμοποιημένος - να είμαστε, να είστε, να είναι χρησιμοποιημένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρησιμοποιώ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χρησιμοποιώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- χρησιμοποιώ - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- χρησιμοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)