χρησιμοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρησιμοποιώ < χρήσιμος + -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική utiliser)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɾi.si.mɔ.pi.ˈɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρησιμοποιώ (παθητική φωνή: χρησιμοποιούμαι)

  1. μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση ενός αντικειμένου ως μέσο για να πετύχω κάτι
    χρησιμοποίησε το κατσαβίδι
    χρησιμοποίησε την φαντασία σου
    χρησιμοποιώ το ποδήλατο για να μετακινούμαι στην πόλη
    χρησιμοποιεί ωραίες λέξεις για να εκφραστεί
  2. (για πρόσωπα) απασχολώ, κάνω κάποιον να δουλέψει για λογαριασμό μου
    είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιείς ανειδίκευτους εργάτες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]