Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρηστικότης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρηστικότης <  δείτε τη λέξη χρηστικότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χρηστικότης θηλυκό