χριστιανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Χριστιανός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χριστιανός χριστιανοί
γενική χριστιανού χριστιανών
αιτιατική χριστιανό χριστιανούς
κλητική χριστιανέ χριστιανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χριστιανός < ελληνιστική κοινή χριστιανός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χριστιανός αρσενικό (θηλυκό: χριστιανή)

  1. ο πιστός μιας από τις χριστιανικές εκκλησίες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα: ορθόδοξος, καθολικός, διαμαρτυρόμενος
  2. που εφαρμόζει τη διδασκαλία του Χριστού
  3. (συνεκδοχικά) ο άνθρωπος
    Τι λες/θέλεις/κάνεις (εκεί), χριστιανέ μου!;
    Τι να κάνει άραγε αυτός ο χριστιανός;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]