χροιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χροιά οι χροιές
      γενική της χροιάς των χροιών
    αιτιατική τη χροιά τις χροιές
     κλητική χροιά χροιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χροιά < αρχαία ελληνική χροιά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χροιά θηλυκό

  1. η απόχρωση (για χρώματα, αντικείμενα)
  2. το ηχόχρωμα, το χαρακτηριστικό ενός ήχου
  3. (μεταφορικά) η νοηματική ή συναισθηματική ή άλλη απόχρωση, τόνος
    το νέο μυθιστόρημά του έχει και μια πολιτική χροιά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

1η κλίση - Ομάδα κατά το «στρατιά»
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χροιᾱ́ αἱ χροιαί
      γενική τῆς χροιᾶς τῶν χροιῶν
      δοτική τῇ χροι ταῖς χροιαῖς
    αιτιατική τὴν χροιᾱ́ν τὰς χροιᾱ́ς
     κλητική ! χροιᾱ́ χροιαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ   τὼ χροιᾱ́  
γεν-δοτ   τοῖν χροιαῖν  
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χροιά < χρώς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χροιά θηλυκό

  1. η επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος, το δέρμα
  2. το χρώμα του δέρματος
  3. (μεταφορικά) η επιφανειακή, επιδερμική άποψη των πραγμάτων
  4. το χρώμα γενικά
  5. (μουσική) …

Άλλες μορφές[επεξεργασία]