Μετάβαση στο περιεχόμενο

χροιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χροιά οι χροιές
      γενική της χροιάς των χροιών
    αιτιατική τη χροιά τις χροιές
     κλητική χροιά χροιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χροιά < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χροιά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xɾiˈa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χροιά
τονικό παρώνυμο: χρεία
παρώνυμο: γριά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χροιά θηλυκό

  1. η απόχρωση (για χρώματα, αντικείμενα)
  2. το ηχόχρωμα, το χαρακτηριστικό ενός ήχου
  3. (μεταφορικά) η νοηματική ή συναισθηματική ή άλλη απόχρωση, τόνος
    παράδειγμα  το νέο μυθιστόρημά του έχει και μια πολιτική χροιά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χροιά < αρχαία ελληνική χροιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χροιά θηλυκό

  • χροιά
      Βλ. Χιλιόστιχος θεολογία 296: [Ἴσ]ον νόει μοι νοῦν παναίτιον μόνον, ὦ μαινόβακχε καὶ ζόφου πεπλησμένε, συναίτιον δὲ μηδαμῶς ὕλην δίδου, χωριστὸν εἶδος. φάσμα κομπορρημόνων μηδ’ ὠσὶν ἄκροις εὐλαβούμενος δέχου. ἀνείδεον τίς εὗρεν ὕλην γάρ, φράσον, ἀσώματον χροιὰν δὲ τίς μοι δειξάτω. εἴδη παρ’ εἰδῶν εἰ λέγοις μετεγγράφειν, τὸν δημιουργὸν εἰσάγεις παρεργάτην (Χρήστος Κουτσιόπουλος, ‘’Το φιλοσοφικό υπόβαθρο της χιλιοστίχου θεολογίας του Λέοντος Χοιροσφάκτη’’, Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 80 - κείμενο 9ου-10ου αιώνα



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική χροιᾱ́ αἱ χροιαί
      γενική τῆς χροιᾶς τῶν χροιῶν
      δοτική τῇ χροι ταῖς χροιαῖς
    αιτιατική τὴν χροιᾱ́ν τὰς χροιᾱ́ς
     κλητική ! χροιᾱ́ χροιαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χροιᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  χροιαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

χροιά < χρώς  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χροιά θηλυκό

  1. η επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος, το δέρμα
     δείτε παράθεμα στο χροιή ιωνικός τύπος
  2. το χρώμα του δέρματος
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 457
    λευκὴν δὲ χροιὰν ἐκ παρασκευῆς ἔχεις,
    Το δέρμα σου το κρατάς λευκό, το φροντίζεις.
    Μετάφραση χ.χ.: Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr
  3. (μεταφορικά) η επιφανειακή, επιδερμική άποψη των πραγμάτων
  4. το χρώμα γενικά
  5. (μουσική) λεπτή διαφορά στη μουσική κλίμακα, μικροδιαφορά στoν τόνο της μελωδίας

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]