χρονίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονίζω < αρχαία ελληνική χρονίζω < χρόνος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρονίζω

  1. γίνομαι ενός έτους, κλείνω ένα χρόνο ζωής
    Χρόνισε κιόλας το παιδί; Να σας ζήσει!
    Δεν το πιστεύω ότι χρόνισε αυτή η κυβέρνηση!
  2. καθυστερώ, τραβάω σε μάκρος
    Άντε ρε παιδιά, πάρτε μια απόφαση να ξεμπερδεύουμε. Χρονίσαμε εδώ πέρα
  3. (φυσική) καταμετρώ συγκριτικά τον χρόνο γεγονότος σύμφωνα με όργανό μου, όμως χωρίς να μπορώ να επιβάλλω συμπαντικά ενιαία ροή του χρόνου - καταμετρώ συγκριτικά χρόνο όμως έχοντας επίγνωση της σχετικότητας της ροής του χρόνου ανά παρατηρητή, χρονομετρώ υποκειμενικά κι έχοντας επίγνωση περί αυτού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονίζω < χρόνος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρονίζω

  1. περνώ ένα χρονικό διάστημα κάπου, δαπανώ πολύτιμο χρόνο, καθυστερώ, χρονοτριβώ
    Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι....
  2. επιμηκύνομαι, παρατείνομαι (π.χ. για ασθένεια κ.ά.)
    πολέμου χρονισθέντος
  3. μεγαλώνω σε ηλικία
    χρονισθεὶς δ᾽ ἀπέδειξεν ἔθος: όταν ενηλικιώθηκε έδειξε ότι ...
  4. παλιώνω (π.χ. για κρασί)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]