Μετάβαση στο περιεχόμενο

χροναξία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χροναξία οι χροναξίες
      γενική της χροναξίας των χροναξιών
    αιτιατική τη χροναξία τις χροναξίες
     κλητική χροναξία χροναξίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χροναξία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chronaxie < αρχαία ελληνική χρόνος + ἀξία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χροναξία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Chronaxie στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]