χρονισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονισμός αρσενικό

  1. η ρύθμιση ενός μηχανισμού ώστε κάποια λειτουργία του να συμβαίνει σε κατάλληλο χρόνο, σχετικό με άλλη λειτουργία της
  2. η επιλογή του χρόνου στο οποίο θα γίνει κάποια ενέργεια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]