χρονογράφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονογράφος χρονογράφοι
γενική χρονογράφου χρονογράφων
αιτιατική χρονογράφο χρονογράφους
κλητική χρονογράφε χρονογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονογράφος < χρόνος + γράφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (στο Βυζάντιο) ο συγγραφέας μιας χρονογραφίας
  2. ο συγγραφέας ενός χρονογραφήματος
  3. (στην ωρολογοποιία) το ρολόι που παρέχει και λειτουργία χρονομέτρησης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]