χρονοεπίδομα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονοεπίδομα χρονοεπιδόματα
γενική χρονοεπιδόματος χρονοεπιδομάτων
αιτιατική χρονοεπίδομα χρονοεπιδόματα
κλητική χρονοεπίδομα χρονοεπιδόματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρονοεπίδομα < χρονο- + επίδομα (από την έννοια "επίδομα χρόνου υπηρεσίας")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρονοεπίδομα ουδέτερο

  1. επίδομα που προστίθεται στο μισθό με βάση τα χρόνια προϋπηρεσίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]